• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
subsist on [sth] vi + prep(survive on minimal money)ζω ρ αμ
  συντηρούμαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)τα βγάζω πέρα έκφρ
 It's difficult to subsist on such a low salary.
subsist on [sth] vi + prep(survive on minimal food)συντηρούμαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  ζω με κτ ρ αμ + πρόθ
 (καθομιλουμένη)τα βγάζω πέρα με κτ έκφρ
 In prehistoric times, people subsisted on what they gathered and hunted.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση subsist on στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «subsist on».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!